Εμέλισενε τα ξερά μου.
Η φράση λέγεται όταν Θα ακούσει κανείς πάρα πολύ πικρά λόγια.
Τα λόγια τα φαρμακερά, σα φτάξουσι στ’ αφχιά σου σαν του κασάπη το μπαλτά μελίζουν τα ξερά σου.
Άστραψεν η μούρη μου.
Το λέμε όταν θ’ ακούσομε αιφνιδιαστικά κάτι που μας στεναχωρεί πολύ.
Όντε Ο’ ακούσεις ξαφνικά, ότι πολύ σε βλάφτει κι απού δεν το περίμενες, η μούρη σου αστράψει.
Πατεί και δε γκίζει.
Το λέμε όταν δεν μπορεί κάποιος να κρύψει τη μεγάλη του χαρά.
Όντεν πετύχει άθρωπος πράμα που δεν ορπίζει πατεί τα πόδια ν-του στη γή στο χώμα και δεν γκίζει.
Δε βρίχνεται στα τέσσερα καστέλια.
Σχεδόν πάντα η Κρήτη είχε τέσσερις νομούς. Τέσσερα μεγάλα φρούρια. Δεν υπάρχει σε όλη την Κρήτη δηλαδή.
Τα κάλλη τζη δε βρίχνουνται στα τέσσερα καστέλια, κι απού τον νού ν-των έβγαλε του κόσμου τα κοπέλια.
Δεν έχει ο Θεός αφέντη.
Όσο είναι σίγουρο ότι ο θεός δεν έχει αφέντη, τόσο είναι σίγουρο ότι θα κάνω αυτό που λέω.
Δεν έχει αφέντη ο Θεός ότι είπα θα το κάνω και θα τ’ ακούσεις γλη’γορα, όξω κι αν αποθάνω.
Αποχοντραίνει ο νους μου.
Πολύ στεναχωρούμε, μου έρχεται υποχοντρία.
Σα βρίχνεται ο άθρωπος στσοι τρομερούς καημούς του και λύση δε μπορεί να βρει αποχοντραίνει ο νούς του.
Κάνει τ’ αμούδιασμά ν-του.
Το λένε όταν βρεθεί κανείς σε δυνατή έκπληξη.
Όπχοιος θωρεί παράξενα που ο νους του δεν τα βάνει κι απού δεν τα περίρενε, τ’ αμούδιασμά ν-του κάνει.
Μαλλιά έβγαλεν η γλώσσα μου να σου το λέω.
Το λέμε όταν εττιμένομε σε κάτι που το θεωρούμε σωστό μα δεν εισακούεται.
Μαλλιά ‘βγαλεν η γλώσσα μου για να σε συβουλεόω μα δεν το νιώθεις το σωστό, ως κι α σε συργουλεύω.
Εκειά ‘χασεν το γάιδαρο ν-του.
Ο γάιδαρος ήτανε μέχρι πρόσφατα, ένα σημαντικότατο ζωντανό εργαλείο και βέβαια φροντίδα είχε ο χωρικός για τον ωραίο αυτό “συνεργάτη” του. Η φράση λέγεται για κάποια αδιαφορία που έδειξε ο άλλος.
Μα δεν το έχασεν αυτός εκειά το γάιδαρο ν-του. Για πράμα που δεν γνοιάζεται δε χάνει τον καιρό ν-του.