Οι μικροί γάμοι μια φορά εκρατούσανε τρείς μέρες. Οι μεγάλοι εκρατούσανε μια εβδομάδα. Ήτανε σχεδόν κανόνας και οι γάμοι εγίνονταν Κυριακή. Την Παρασκευή έφταναν από τα μακρυά οι συγγενείς και οι φίλοι. Το Σάββατο έφταναν οι κουμπάροι και οι οργανοπαίχτες. Πολλές φορές την παίρνανε τη νύφη “σύμπρουκη” την Κυριακή. Άλλες φορές έστελνε ο γαμπρός γύρω στους δέκα άντρες με τα ζώα τους το Σάββατο και φέρνανε τα προυκιά. Στο σπίτι της νύφης τους κάνανε τραπέζι των δίνανε κι από ένα πατητό και παίρνανε τα προυκιά και φεύγανε με το ειδικό για την περίπτωση τραγουδάκι του δρόμου:
Επήραμέ ν-τα τα προυκιά τα μορφοπλουμισμένα
Εξήντα τα στολίσανε κι εκατό δυο τα ψάνα
κι απάνω εζωγραψίσανε τον ουρανό με τ’ άστρα
Τον ήλιο τον ολόχρυσο, τ’ ααημωτό φεγγάρι
Χρυσά νά ‘νιε τα χέρια ντων που τα ‘μορφοπλουμίσα
και νά ‘νιε καλορίζικα στο σπίτι απού θα πάνε.
Στο σπίτι του γαμπρού είχανε κρεμασμένες δοκίδες από τα δοκάρια και απλώνανε τα προυκιά “για να φανούνε”. Αυτός που τα άπλωνε έπρεπε να είναι “μανοκυρουδάτος”, να ζεί δηλαδή και η μάνα του και ο πατέρας του για να είναι γουριλής.
Δώσε μας μάνα την ευκή να ξεκινήσ’ ο γάμος
“Η γι-ευκή μου ομπρός κι οπίσω σας, ζερβά σας και δεξιά σας.
Να πάτε να μου φέρεται τη νύφη του παιδιού μου.
Και νά ‘ναι από καλή σειρά κι από καθάριο γαίμα.
Την Κυριακή εκάθιζαν στην τάβλα για φαί και μετά ετοιμάζονταν για να πάνε να φέρουνε τη νύφη. Για τους άντρες δεν υπήρχε πρόβλημα. Όσοι θέλανε πηγαίνανε. Γυναίκες όμως έπρεπε να πάνε 11-15. Έπρεπε να πάει μονός αριθμός και να γυρίσει ζυγός με τη νύφη. Τις γυναίκες που πηγαίνανε για να “συνοπάρουνε” τη νύφη τις λέγανε “συνοπάρτουσες”. Κάθε συνοπάρτουσα απαραιτήτως επήγαινε καβάλα. Απαραιτήτως επίσης έπρεπε να έχει τον “καβαλιέρο” της. Ένας δικός της που έσερνε το ζώο από το χαλινάρι. Ο γάμος ετοιμαζότανε για ξεκίνημα. Μπροστά ήτανε το παιδί με τη σημαία. Μετά ο παπάς. Στη συνέχεια οι τραγουδιστάδες, αγκαλιασμένοι τριάδες ή τετράδες. Οι πρώτοι λέγανε το τραγούδι και οι επόμενοι το παίρνανε. Εζητούσανε της μάνας την ευκή με το τραγούδι του δρόμου:
Κοράσιο στην Ανατολή έφαινε κι ετραγούδιε
Μα ο συρισμός του μασουριού κι ο χτύπος του πετάλου
Κι ο αηδονισμός τση λυγερής εις τσ’ ουρανούς εβγήκε
Καραβοκύρης το γροικά π’ αναμεσίς πελάγους
“Στέξετε ναύτες τα κουπιά, ναύκληροι το τιμόνι
ν’ ακούσομε τη λυγερή ίντα τραγούδι λέει
– Ιντά ‘χεις κόρη και πονείς και τραγουδείς θλιμμένα;
– Εγώ και στο τραγούδι μου κι εκειά μοιρολογούμαι
Μάνα και κύρην έθαψα κι αδέρφια και ξαδέρφια
Κι άντρας απού μου πήρανε εβγήκε βερεμιάρης
Ξαρωοτικό μου ζήτηξεν απού δεν τό ‘χει ο τόπος
Τσ’ άγριας λαφίνας το τυρί και του λαγού το γάλα
Μήλο απού την Ανατολή, κυδώνι απού τη Δύση
Κι ώστε να πιάσω το λαγό, ν’αρμέξω τη λαφίνα
Να πάω στην Ανατολή και νά ‘ρθω απού τη Δύση.
Αρρώστηαε, ξαρώστησε, κι άλλη γυναίκα επήρε.
Στην διαδρομή, στο χωριό του γαμπρού και στο χωριό της νύφης και αν υπάρχανε ενδιάμεσα χωριά, εβγαίνανε φίλοι και δικοί των δυο οικογενειών με πιοτά και μεζέδες και κερνούσανε όλο τον γάμο. Μέχρι να πάνε και να γυρίσουνε ελέγανε διάφορα τραγούδια από αυτά που μπορούνε να τραγουδιούνται στο δρόμο σε κάθε περίπτωση μα όμως με τον συγκεκριμένο σκοπό. Θα αναφε’ρομε μερικά.
Κόρη γαϊτάνιν έπλεκε χρόνο και πέντε μήνες
και δέκα πέντε Παρασκές και δεκοχτώ Τετράδες
Μέσα πλέκε τον ουρανό τ’ άστρα και το φεγγάρι
Μέσα ‘ττλεκε ν-τη θάλασσα κι ούλα τζη τα καράβια
Μέσα ‘πλεκεν τη Βενεθχιά μ’ ούλα τζη τα τταλάθχια
Μεσά ‘ττλεκε ν-τον άντρα τζη στη φούρκα κρεμασμένο
Μέσά ‘ττλεκε ν-το μπέλο τζη στ’ άλογο καβαλάρη.
Κόρη και νιος ετταίζανε σ’ ώριο περιβολάκι
Κι απού το παίξε γέλαξε και το πολύ το νάζι
αποκοιμηθεί ο νιος γλσκιά στση λυγερής τσ’ αγκάλες
Σιγά – σιγά τόνε ξυπνά και σιγανά του λέει
“Ξύπνα το τρυγονάκι μου, ξύπνα γλυκιά μ’ αγάπη”.
Κόρη συρικοκόκκινη, συρίκομαυρομάτα
Βλέπε τα πελιστέρια σου μην έρχουνται στσ’ αυλές μου
Στάρι κι α ρίξω τρώσι ν-το, νερό και πίνουσίν το
και με τα ποδαράκια ντων σκορπούνε μου το χώμα.
Μαύρον εκαβαλίκεψε να πάει στην οδό ν-του. Δεν είχε μετά ποιό μιλεί, με ποιό να κουβεδιάζει κι εμίλιε με το μαύρο ν-του κι εροζονάριζε’ ν-του. Μαύρε μου γοργογόνατε κι ανεμοκυκλοπόδι. Πολλές φορε’ς με γλύτωσες από πολλές φουρτίνες κι α με γλυτώσεις μαύρε μου και τη φοράν ετούτη. Τα τέσσερά σου πέταλα χρυσά Θα σου κάμω. Τα δαχτυλίδια τση ξαθής τσι μπρόκες των πετάλω. Πουλάκιν ει’χα στο κλουβί κι εβαγιοκλάδιζά το. Ετάιζά το ζάχαρες, κι ετάιζά το μόσκο. Μα απού το μόσκο τον πολύ, τη ζάχαρη την τότη. Εσκανταλίστην το πουλί κι έσπασεν το κλουβί ν-του. κι επήγεν κι εκελάιδησεν σε ξένο περιβόλι.
Μηνάς μου κόρη κι έρχομε μα ίντα να βάλω νά ‘ρθω
“Α βρέχει βάλε τσόχινα και ανε χιονίζει τ’ άσπρα
πάλι κι αν είναι συννεφιά βάλε τα βελουδένια
Μα να διαλέξεις τον καιρό άγγουρε όντε θά ‘ρθεις
Νά’ναι ψιμοκαλόκαιρο εις του Σταυρού το μήνα
Απού ‘νιε οι ποταμοί στεγνοί και καθαρές οι στράτες
Όταν ο γάμος επλησίαζε στο σπίτι της νύφης Οα μπορούσανε να πούνε το παρακάτω τραγούδι:
Ο νιός γαμπρός εμήνυσε του πεθερού μαντάτο
“Να το κατέχεις πεθερέ την Κυριακή πως θά ‘ρθω
Να παρασύρετε τσ’ αυλές, ν’ ασπρίσετε τσι στράτες
κι ο νιος γαμπρός σας έρχεται να τον αποδεχτείτε.
Στην ώρα που πλησιάζανε στις νύφης το σπίτι Θα μπορούσανε να πούνε και το παρακάτω τραγούδι (Είναι περιττό να πούμε ότι τα τραγούδια που λέγονται βαδίζοντας είναι τραγούδια του δρόμου και λέγονται με τον δικό τους σκοπό.)
Όταν φτάνανε κάπως κοντά στο σπίτι της νύφης, 2-3 νεαροί μπαίνανε στο συναγωνισμό, καβάλα στα ζώα τους, ποιος Θα φτάσει πρώτος. Όποιος ε’φτανε πρώτος είχε σαν έπαθλο ένα μαντήλι από τη νύφη που το λέγανε “τζεβρέ” και το έδενε για επίδειξη στη χαίτη του ζώου του. Στην αυλή ήτανε οι δικοί της νύφης με πιοτά και μεζέδες για το κέρασμα της υποδοχής. Αν ο γάμος ήτανε από άλλο χωριό είχανε τάβλες στρωμένες για να τους περιποιηθούνε, αν ήτανε από το ίδιο χωριό δεν εστρώνανε τάβλες, μα εκερνούσανε συνέχεια. Θα πρέπει να εξηγήσομε ότι τάβλες βάζανε τότε για να κάθετε ο κόσμος, και τάβλες βάζανε για να θέσουνε τα φαγιά, για τον λόγο αυτό, και όταν κάθονταν για φαί λέγαμε πως κάθονταν στην τάβλα, και τα τραγούδια που λέγανε την ώρα του φαγιού τα λέγαμε “τση τάβλας τα τραγούδια”.
Αποχαιρέτα νύφη μου ούλους τσοι συγγενείς σου
Μα πρώτα τσοι γονέους σου και τα γλυκιά σ’ αδέρφια
κι ουλές τσι φιλενάδες σου και τσι γειτόνισσες σου.
Η στεφάνωση εγινότανε συνήθως στο σπίτι της νύφης. Σ’ ένα πιάτο βάζανε μέλι και καρυδόψυχα και μετά τη στεφάνωση, έδιναν στους νεόνυμφους στον κουμπάρο και μετά σε άλλους. Τώρα ο γάμος ήτανε έτοιμος για αναχώρηση. Επί πλέον είχανε τη νύφη και 2-3 δικούς της που την συνοδεύανε στο νέο της περιβάλλον. Τους λέγαμε “προυκιά”. Εκάθιζαν λίγες ώρες και μετά φεύγανε. Η νύφη τους έδινε από μια πετσέτα σε αυτούς τους 2-3. Τώρα πάλι με το κατάλληλο για την περίπτωση τραγούδι του δρόμου ξεκινούσε ο γάμος:
Επήραμε την πέρδικα την πενταπλόυτισμένη
κι αφήκάμε τη γειτονιά σα χώρα κουρσεμένη.
Στη συνέχεια άλλο πάλι για την περίπτωση τραγούδι του δρόμου.
Πρόβαλε μάνα του γαμπρού και πεθερά τση νύφης
να δείς τον ακριβό σου γιό και τη χρυσή σου νύφη
ν’αποδεχτε/’ς τη νύφη σου του γιου σου τη γυναίκα.
Ο γάμος, άμα υπάρχανε δυο δρόμοι επροτιμούσε τον δεξιό και επειδή αυτός που ήτανε δεξιός όταν ήρθανε ήτανε αριστερός όταν φεύγανε απ’ αλλού ήρχοντο και απ’ αλλού φεύγανε και λέγαμε ότι κάνανε “τση νύφης την κουλούρα”. Αν συναντιόνταν δυο γάμοι στο δρόμο, θα έπρεπε να αλληλομουτζωθούνε οι νύφες γιατί διαφορετικά ήτανε κακό γούρι. Όπως προχωρούσε ο γάμος ήτανε φαντασμαγορικό θέαμα να τον απολαμβάνει κανείς από μια απόσταση. Ασπρα κόκκινα, μαύρα ζώα. Διάφορα χρώματα από τα φορέματα των συνοπαρτουσών, μπλέ τα σαλβάρια, κόκκινες μεταξωτές ζώνες, άσπρα κόκκινα, μαύρα στιβάνια, των άντρων και να σκίζει τα βουνά και τα φαράγγια ο μακρόσυρτος ανδροπρεπής σκοπός του δρόμου. Δεν θα ξαναδεί κανείς ζωντανό ένα τε’τοιο θε’αμα. Όταν πλησιάζανε στου γαμπρού το σπίτι έλεγαν και πάλλι το τραγούδι της περίπτωσης:
Τρέχουν τα νερά τρέχουν οι βρύσες τρέχου
Τρέχου οι γι-άρχοντες, τρέχου να ειδούν το γάμο
κ’ οι γι-αρχόντιόσες τρέχου να ειδοόν τη νύφη
πως τη λούγοονε και πώς τηνε χτενίζου.
Χριστέ και Παναγία μου μιαν όμορφη παρέα
Ο ήλιος είναι ο γαμπρός και το φεγγάρι η νύφη
και τ’ αστεράκια τση πιλιάς είνιε πρωτοκουμπάροι
Και’τ’ άλλα αστέρια τ’ ουρανού είνιε οι καλεσμένοι
Σήμερο ούλοι χαίρουνται κ’ είναι γιορτή μεγάλη
Σήμερο στεφανώθηκεν αητός την πελιστέρα
να ζήσουν, να στεριώσουνε και νά ‘νιε ευτυχισμένοι
κι ας ειν καλά κ’ η συντροφιά.
Η πεθερά εστεκότανε στην πόρτα. Αν ήτανε μαυροφορεμένη έβαζε στην κεφαλή της μια άσπρη πετσέτα για την περίπτωση. Νύφη και πεθερά, αγκαλιάζονταν και εφιλιώνταν. Στη νύφη έδιναν ένα μαυρομάνικο μαχαίρι και έκανε το σημείο του σταυρού στο ανώφλιο της πόρτας. Της έδιναν και ένα ρόδι και το πετούσε με δύναμη στο πάτωμα του σπιτιού να σκορπίσει. Ευχή να είναι καρπερή η νύφη όπως το ρόδι. Σε περίοπτον θέση είχανε στολισμένο με γυρλάντες από βάτο ή από τριανταφυλλιά το μέρος που καθίζανε οι νεόνυμφοι όπου και το λέγανε “παστό” (αρχ. ελληνικά παστός = νυφικός θάλαμος). Μόλις εκάθιζε η νύφη της δίνανε να πιάσει στην ποδιά της ένα αγοράκι. Ευχή να είναι αγόρι το πρώτο της παιδί. Είπαμε ότι οι μεγάλοι γόμοι κρατούσανε μια εβδομάδα. Αλλοι πήγαιναν για ύπνο και άλλοι ερχόντουσαν. Από τους νεόνυμφους, τουλάχιστον ο ένας έπρεπε να είναι στον παστό. Αν ετύχαινε να λείψουνε και οι δύο συγχρόνως, θα ήτανε ασέβια προς τους καλεσμένους τους. Αντίγαμο ή και αντιχαρά, λέγαμε όταν για πρώτη φορά ερχότανε παρέα οι δικοί της νύφης να την δούνε. Μπορούσε να γίνει και αργότερα. Μπορούσε όμως και την μέρα του γάμου να έρθουνε κάμποσοι δικοί της με ένα σφαμένο πρόβατο και μια νταμεζάνα κρασί, να καθίσουνε 2-3 ώρες και μετά να φύγουνε. Στην κάμερα που ήτανε οι νεόνυμφοι εκάθιζαν οι κουμπάροι και οι συνοπάρτουσες και όσοι άλλοι εχορούσανε. Οι άλλοι σε άλλες κάμερες. Ακόμα και για τάβλες, αν δεν ήτανε ο καιρός βοηθητικός να καθίσουνε έξω, κάθιζαν σε διαφορετικές κάμαρες και συχνά σε γειτονικά σπίτια. Τραγούδια που άρχιζαν στο γλέντι του γάμου:
Εδά στον εζεκινισμό τρείς ποταμοί κινούνε
Ο ένας πάει νοτικά κι ο άλλος εις τη δύση
κι ο άλλος ο καλύτερος περβόλι να ποτίσει
Ποτίζει δέντρα και μηλιές, μηλιές και κυπαρίσσια
Μα μια μηλιά γλυκομηλιά δε φτάνει να ποτίσει.
Το γλέντι εσυνεχι’ζετο με τραγούδια της τάβλας από αυτά που λε’γονται σε κάθε παρέα βέβαια καίμε μαντινάδες. Μερικά από τα τραγούδια αυτά Θα αναφέρομε σε επόμενες σελίδες. Όταν τέλειωνε ο γάμος, κάθε γαμιλιώτης έπαιρνε ένα πατητό. Στους στενούς συγγενείς έδινε η νύφη από μια πετσέτα. Επίσης στους κουμπάρους έδιναν πατητό και πετσέτα. Στον πρωτοκουμπάρο και ένα σακκούλι με ένα μερό κρέας και καλολοίδια. Οι κουμπάροι, που φεύγανε οργανωμένη παρέα, αποχαιρετούσανε με τραγούδι του δρόμου. Μπορούσανε να πούνε το “Έχετε γειά ψηλά βουνά…” που αναφέραμε πιο πρίν, όμως προσφέρεται και το επόμενο: