Ιστορικό

Στην αρραβώνιαση πολύ παλιότερα δεν πήγαινε ο γαμπρός. Έστελνε με δυο τρείς δικούς του το δαχτυλίδι, τα κουφέτα και τα δώρα. Τότε συχνά επαντρεύανε τα παιδιά οι δικοί τους με προξενείο και, αν δεν γνωρίζονταν, δεν είχανε το δικαίωμα ούτε φατσικά να ειδοθούνε παρά μόνο μετά το γάμο τους. Από τότε που εγώ ήμουν παιδί είχε πάρει μια “εξέλιξη” το πράμα. Θα μπορούσε δηλαδή, αν επροξενεύανε δυο παιδιά, που δεν γνωρίζονταν, να ορίσουνε σε ένα πανηγύρι ή σε ένα γάμο, να πάει και το ένα και το άλλο να ειδοθούνε από απόσταση, σε ουδέτερο μέρος που να θεωρηθεί τυχαία η συνάντηση. Αν φατσικά έμεναν ικανοποιημένα τα παιδιά, πάλι οι δικοί τους εσυνέχιζαν τις διαπραγματεύσεις και άμα όλα έβαιναν καλώς ετέλειωνε το προξενείο.
Πιο παλιά στο τελείωμα του προξενειού, ένας δικός της νύφης κρατούσε από την μια άκρη μια κλωστή, και από την άλλη την κρατούσε ένας δικός του γαμπρού και την τραβούσανε και σπούσε. Σαν υπογραφή συμβολαίου εθεωρείτο αυτό και στο τελειωμένο προξενείο λέγανε: “κομμένη κλωστή, παίρνει ο…. την …. ” Από τότε ορίζανε πότε θα γίνει ο αρραβώνας και ίσως πότε θα γίνει ο γάμος. Τους γόμους τους ορίζανε συνήθως τα “καθαρομούστια” για να μην αγοράζουνε το κρασί στα δύσκολα εκείνα χρόνια. Ενδεδειγμένος καιρός από πρώτες μέχρι 14 Νοεμβρίου. Πρωτύτερα δεν ήτανε καλά καθαρισμένο το κρασί, μα και μετά, και σαρακοστή του σαρανταημέρου έπχιανε, μα το μαζωχτό άρχιζε και η νυφούλα επραγματοποιούσε, τα “γαμήλια” ταξίδια στις ελιές καθημερινά, μετά την διάλυση του γάμου στα λαδοχώρια ειδικά.

Στον αρραβώνα έπαιρνε ο γαμπρός γύρω στα 15 άτομα που μπορεί να συμπεριλαμβάνονταν δυο – τρείς γυναίκες. Άμα και φτάνανε στο στπ’τι της κοπελιάς και άμα πίνανε τη ρακή της υποδοχής, ο ε’χων το γενικό πρόσταγμα από την παρε’α του γαμπρού εσηκώνετο και ε’λεγε στον κηδεμόνα της κοπελιάς: “Έλα ‘πά συμπε’Θερε αποό θε’λω να σε ρωτήξω. Ετουτονιγέ τον αρραβώνα ε’φερενε το κοπε’λι μας τση κοπελιάς σας, με τη βουλή σας είναι να τόνε κρατήξει:”. “Με τη βουλή μας και με την ευκή μας, συμπέθερε”, έλεγε ο άλλος συμπέθερος.

Αμέσως επερνούσε ο αρραβώνας στο δάχτυλο της νέας και οι δικοί του γαμπρού επερνούσανε πρώτα και εχαιρετούσανε και βάζανε δώρο, συνήθως χρυσό, και μετά επερνούσανε οι δικοί της κοπελιάς. Όλοι αρχίζανε τις ευχές “Καλορίζικα”. “Νά μασε ζήσετε, και σ’ αλλωνώ χαρές”. Επέφτανε και λίγες μπαλωτές για να μάθει ο κόσμος πως αυτή η στιγμή ήτανε σημαντική μα και να ξέρουνε όλοι πως κεντούνε τα τουφέκια τους. Αμα εστρώνονταν τα τραπέζια άρχιζε η παρε’α του γαμπρού με το ενδεδειγμένο για κάθε καινουριοφερμένη παρέα τραγουδάκι.

Οι πρώτοι: Χίλιες καλώς το βρήκαμε του φλου μας το σπίτ’ του φλου του συμπέθερου. (Στην προκειμένη περίπτωση η παρε’α του οικοδεσπότη λέει ανάλογη στροφή μα στα δικά της μέτρα).
Οι δεύτεροι: Χίλιες καλώς μας ήρθανε οι φλοι οι γι-εδικοί μας. Οι φλοι κ’ οι συμπέθεροι.
Οι πρώτοι: Του φλου του συμπέθερου του πλια καλού μας φλου. Και του καιρού νά ‘ναι καλά.
Οι δεύτεροι: Οι φλοι, οι συμπέθεροι μας, οι πλια καλοί μας φλοι. Και του καιρού νά ‘νιε καλά.
Οι πρώτοι: Και του καιρού νά ‘ναι καλά τ’ αντίκαιρου και πάντα. Νά ‘ρθομε πάλι με χαρά.
Οι δεύτεροι: Και του καιρού νά ‘στε καλά τ’ αντίκαιρου και πάντα. Νά ‘ρθετε πάλι με χαρά.

Στα δεκαπεντασύλλαβα ριζίτικα, λέγεται πρώτα ένας στίχος και ένας ημίστιχος από τους πρώτους, και οι δεύτεροι επαναλαμβάνουνε τον ίδιο σκοπό και τα ίδια λόγια. (Δεν λένε ακριβώς τα ίδια λόγια οι μεν με τους δε, όταν η κάθε παρε’α τραγουδεί από διαφερετική σκοπιά όπως συμβαίνει με το παραπάνω τραγούδι). Στη δέυτερη στροφή λένε οι πρώτοι τον ξαναειπωμένο ημίστιχο και ένα στίχο από την συνέχεια και συνεχίζουνε οι δεύτεροι. Συνήθως από τα ριζίτικα τραγούδια λέγονται τρείς στροφές, έστω και αν το τραγούδι έχει και άλλα λόγια. Λίγα μόνο τραγούδια ριζίτικα τραγουδιούνται με πολλές στροφές. Παλιότερα, άμα φεύγανε αττό τις τρείς στροφές, έπρεπε να πάνε στις πέντε ή στις εφτά, να τελειώσει δηλαδή σε μονή στροφή. Τώρα δεν το προσέχουνε αυτό.

Τρείς μέρες εκάνανε οι αρραβωνιαστάδες. Επηγαίνανε Σάββατο και φεύγανε Δευτέρα. Στα συγγενικά και στα γειτονικά σπίτια τους έστρωναν τάβλα των αρραβωνιαστάδων. Άμα ήτανε μικρό το χωριό σε όλα τα σπίτια. Όταν εδιασχίζανε τους δρόμους του χωριού πηγαίνοντας από το ένα στο άλλο σπίτι λέγανε για την περίπτωση το παρακάτω τραγουδάκι του δρόμου:

Οι πρώτοι: Ο άρχοντας τσ’ Ανατολής
Οι δεύτεροι: Ο άρχοντας τσ’ Ανατολής
Οι πρώτοι: Ο άρχοντας τσ’ Ανατολής κι ο πρίτζιπας τση Δύσης.
Οι δεύτεροι: Ο άρχοντας τσ’ Ανατολής κι ο πρίτζιπας τση Δύσης.
Οι πρώτοι: Συμπεθεριάν εκάμασι.
Οι δεύτεροι: Συμπεθεριάν εκάμασι.
Οι πρώτοι: Συμπεθεριάν εκάμασι παντρεύουν τα παιδιά ν-τω.
Οι δεύτεροι: Συμπεθεριάν εκάμασι παντρεύουν τα παιδιά ν- ! : τω.
Οι πρώτοι: και παίρνει ο γιός του πρίτζιπα.
Οι δεύτεροι: και παίρνει ο γιός του πρίτζιπα.
Οι πρώτοι: και παίρνει ο γιός του πρίτζιπα του άρχοντα την κόρη.
Οι δεύτεροι: και παίρνει ο γιός του πρίτζιπα του άρχοντα την κόρη.
Οι πρώτοι: Η γής κι ο κόσμος χαίρεται
Οι δεύτεροι: Η γής κι ο κόσμος χαίρεται
Οι πρώτοι: Η γής κι ο κόσμος χαίρεται για την παντρειάν ετούτη
Οι δεύτεροι: Η γής κι ο κόσμος χαίρεται για την παντρειάν ετούτη.

Σε άλλη παραλλαγή το τραγούδι αυτό είναι μακροσκελές. Του δρόμου το τραγούδι (που το λένε και τση στράτας). Είναι πάντα δεκαπεντασύλλαβο. Τραγουδιούνται όλα τα τραγούδια του δρόμου με τον ίδιο σκοπό πόιντα, ενώ τα τραγούδια της τάβλας τραγουδιούνται σε 36 σκοπούς. Επίσης στου δρόμου το τραγούδι, όπως βλε’πομε και παραπάνω, λε’γεται πρώτα ο μισός στίχος και στη δεύτερη στροφή ολόκληρος. Ενώ στης ταύλας λε’γεται στην πρώτη στροφή ε’νας στίχος και στη δεύτερη ε’νας και μισός. Άλλη διαφορά ανάμεσα σε αυτό του δρόμου και σε αυτό της τάβλας είναι ότι του δρόμου μπορεί να λέγονται μακροσκελή τραγούδια, γιατί προσπαθούσανε να καλύψουνε περισσότερο δρόμο με το κάθε τραγούδι, αντίθετα σ’ αυτό της τάβλας επειδή είναι βαρύ, αλλά και επειδή ευκολότερα μπορούνε και να περάσουνε στις μαντινάδες θεωρείται αρκετό άμα τραγουδιθούνε τρείς στροφές, άσχετα αν έχει και άλλα λόγια.

Τη Δευτέρα εφεύγανε οι αρραωνιαστάδες. Σε καθένα εδώανε από ένα πατητό (σύμπλεγμα με ειδική ζύμη και που απαιτούσε πιτειδιοσύνη “κουλουροκάμουσες”)και μια πετσέτα. Στον γαμπρό επί πλεόν έδιναν και ένα σακκούλι με ένα μερό κρέας και άλλα καλολοΐδια.

Φεύγοντας αποχαιρετούσανε με το τραγούδι του δρόμου με το σκοπό που είπαμε και στο προηγούμενο του δρόμου. Οι αρραβωνιαστάδες λέγανε:

Έχετε γειά ψηλά βουνά και βιόλες αΟισμένες και κοπελιές ανύπαντρες κι εσείς οι παντρεμένες. Οι παρέα του σπιτιού έλεγε: Αμέτε φίλοι στο καλό και στην καλή την ώρα και να γεμίσει η στράτα σας γαρύφαλλα και ρόδα.