Η βάφτιση ήτανε και είναι ένας δεσμός ιερός και σεβαστός. Πολλές φορές δυο φίλοι σαν επισφράγιση της φιλίας τους εγίνονταν και συντέκνοι. Κάποιες φορές όμως δεν ελλείπανε οι υπολογισμοί και οι σκοπιμότητες. Συχνά, όπως και τώρα, επροτιμούσανε έναν πολιτικό παράγοντα για να έχουνε το μέσον του. Πολλές φορές οι κτηνοτρόφοι εκύταζαν με την συντεκνιά να δημιουργήσουνε πρόσβαση στα κλέφτικα κυκλώματα για να τους “αναγυρι’ζουνε” οι κλέφτες, μα και για να μπορούνε να “διαλαλήσουνε” τα πρόβατά τους, αν θα τους τα κλέβανε. Σχετικό είναι το ακόλουθο ριζίτικο:
Σα θες να βγεις στον Ομαλό να’ σ’ αναγυρισμένος
Κάνε Λακκιώτη σύντεκνο και Σφακιανό κουμπάρο
Αγιορηνιώτη αδερφοχτό, Πανοχωρίτη φίλο
κετές να βγεις στον Ομαλό.
Εκείνα τα χρόνια “έβραζε” η ζωοκλοπή. Στον Ομαλό εδεσπόζανε οι κλέφτες από τα χωριά που αναφέρει το τραγουδάκι και για να βγάζει κανείς πρόβατα στον Ομαλό έπρεπε να έχει κάποια “αναγύριση” από εκείνους τους κλέφτες. Όμως και πολλές φορές εγεφυρώνανε διαστάσεις και επρολαμβάνανε απρόβλεφτες συνέπειες με τις συντεκνιές. Ύστερα από πιέσεις και παρακλήσεις ειρηνοποιών παραγόντων, συχνά συνέβαινε με τη συντεκνιά να αντικαταστήσουνε μεγάλο μίσος από έναν ιερό δεσμό, όπως είναι η συντεκνιά.
Σαν εβαφτίστην το παιδί κι εγίνει χριστιανάκι
Να το χαρού οι γονέοι ν-του και να το μεγαλώσου
και να το μπέψου στο σκολειό γράμματα να του μάθου
Να το χαρεί και ο νονός και να το στεφανώσει
Να του βαφτίσει και παιδί.
Ο σύντεκνος έπαιρνε Ί5-20 άντρες και επήγαινε να κάνει τη βάφτιση. Εδιάλεγε μεταξύ των φίλων και δικών του, τους καλούς τραγουδιστές, τους πιότες, χορευτές και γενικά αυτούς που θα τον έβγαζαν ασπροπρόσωπο, γιατί και στη βάφτιση είναι μια φιλική αναμέτρηση ανάμεσα στις δυο παρέες. Βραδιάσματα φτάνανε στην εκκλησία οι συντέκνοι. Εκεί τους φέρνανε το παιδί για να βαφτιστεί. Οι γονείς του παιδιού δεν πήγαιναν στην εκκλησία. Αμα τέλειωνε η βάφτιση και πηγαίνανε στο σπίτι, η μητέρα του παιδιού στεκότανε στην πόρτα και παραλάβαινε το . παιδί από τα χέρια του νονού, όπου και του φιλούσε το χέρι. Αμα εστρώνετο το τραπέζι άρχιζε το τραγούδι η παρέα του συντέκνου:
Φιλιότσο μου στο γάμο σου και στην ξεφάντωσή σου
Τα χιόνια ελεΰρια να γενοό και τα βουνά κριγιάρια
κ’ η θάλασσα γλυκιό κρασί και τα καράβια κούπες
Να πιούνε οι καλεσμένοι σου.
Ήτανε παλιότερα έθιμο να στεφανώσει ο “σάντουλος” (νονός) το “φιλιότσο” (βαφτισιμιό) μα και να του βαφτίσει το πρώτο του παιδί και το τραγούδι εύχεται να συμπληρωθεί ο κύκλος. Άλλο τραγούδι της βάφτισης είναι το ακόλουθο από την παρέα του νονού:
Γή πέτε το γή να το πώ τση τάβλας το τραγούδι
γιατί κ’ η τάβλα θέλει το, κ’ η συντροφιά καλεί το
κι ο νοικοκύρης του σπιθχιού κρυφό καμάρι τό ‘χει
να πουν τραγούδι του σκαμνιού.
Σάββατο πηγαίνανε οι σύντεκνοι και Δευτέρα φεύγανε. Στα συγγενικά και στα γειτονικά σπίτια τους παίρνανε τραπέζι. Στα μικρά χωριά σε όλα τα σπίτια. Όταν φεύγανε έδιναν σε καθένα μια πετσέτα και ένα πατητό. Στον πρωτοσύντεκνο και ένα σακκούλι με ένα Αποχαιρετούσανε με ένα από τα δυο σχετικά τραγούδια που ήδη τα έχομε αναφέρει. Στη συνέχεια θα αναφέρομε τραγούδια της τάβλας που λέγονται σε κάθε παρέα. Μπορεί να αρχίσει το τραγούδι με το ακόλουθο, όταν πρωτοκάθονται στην τάβλα:
Χίλιος καλώς το βρήκαμε του φίλου μας το σπίτι
Του φίλου του συντέκνου μας (του κουμπάρου ή του συμπέθερου)
του πλια καλού μας φίλου και του καιρού νά ‘ναι καλά,
τ’ αντίκαιρου και πάντα νά ‘ρθομε πάλι με χαρά.
Όταν η παρέα είναι εννιαία, το ριζίτικο μπορεί να το λέει ένας η δυό, να το παίρνουνε οι άλλοι. Όταν είναι η παρέα του οικοδεσπότη από τη μιά, και η φιλοξενούμενοι από την άλλη, το λένε από τη μια παρέα και το παίρνουνε από την άλλη. Ενδείκνυται να αρχίσει κανείς με μισή μαντινάδα και μετά να πεί το ριζίτικο και άμα τελειώσει πάλι να πεί ο ίδιος μια μαντινάδα. Μια φιλοξενούμενη παρέα μπορεί να αρχίσει με το παρακάτω τραγούδι:
Ιντά ‘χετε γυρού – γυρού κ’ είναι βαρέ η καρδιά σας
Δεν τρώτε και δεν πίνετε και δε χαροκοπάτε
πρί νά ‘ρθει ο Χάρος να μας βρει να μασε διαγουμίσει
Να διαγουμίσει τσι γενές, να ξεδιαλέξει τσ’ άντρες
να πάρει τσ’ άντρες τσοι καλούς τσοι καστροπελεμάρχους.
Πως εναλλάσσεται γράφομε σε άλλο σημείο για το τραγούδι αυτό. Όταν το τραγούδι βρίσκεται σε ανάπαυλα μπορεί κάποιος για αναθέρμανση να πεί:
Εγώ θωρώ την τάβλα μας κ’ είναι καλά στρωμένη
Με μόσκους και με ζάχαρες και με τα κυπαρίσσια
Η ζάχαρη είναι το κρασί και το ψωμί ο μόσκος
τα παλληκάρια του σκαμνιού είνιε τα κυπαρίσσια.
Ακόμα σε αρχή του γλεντιοό όταν δεν είναι ειδική περίπτωση, όπου να θέλει το δικό της τραγούδι, όιμα στρωθεί το τραπέζι μπορεί να ποθεί το παρακάτω τραγούδι:
Δε μού ‘πρεπε να τραγουδώ, μούδε κρασί να πίνω
σ’ ένα σπηλιάρι σκοτεινό να χύνω μαύρα δάκρυα
γιατ’ έχω μαύρη την καρδιά, μαύρη σκοτεινιασμένη
Ο Χάρος μου τη μαύρισε.
Όταν κάποιος είχε πρόσφατο πένθος ε’λεγε το παρακάτω τραγούδι:
Χριστέ και να γιάερνανε τα νιάτα τρία ζάλα
Να ξαναγινόμουν κι εγώ σαν πρώτα παλληκάρι
Νά ‘παιρνα το ντουφέκι μου νά ‘βγαινα στη μαδάρα
Να κάνουν τόπο όπου περνώ.
Επίσης από ηλικιωμένο και το επόμενο, και όχι μόνο.
Κόσμε χρυσέ, κόσμε αργυρέ, κόσμε μαλαματένιε
Κόσμε και ποιος σε κέρδισε και ποιος θα σε κερδίσει
Κόσμε μα εγώ σε γλέντισα μα δε Θα σε κερδίσω.
Πεζός προπάθχιου στσι κορφές, στσοι κάμπους καβαλάρης.
Από γέροντες τραγουδιέται το ακόλουθο:
“Εσένα την αμπόλιασα, σε άλλο δεν την δίνω
Και το νερό που σού ‘ταξα σ’ άλλο δεντρί δε χάνω”.
Στα παλιά τα χρόνια, άμα ετύχαινε να χηρέψει μια κοπελιά έπρεπε “να κρατά χατήρι” του πεθαμένου άντρα της και να μην ξαναπαντρευτεί. Ακόμα και η αρραβωνιάρα, άμα έχανε τον αρραβωνιαστικό της, συχνά “του κρατούσε χατήρι”. Στην Επανάσταση του Δασκαλογιάννη εσκοτώθηκε ένας Παύλος Ζαμπέτης από την Ανώπολη που ήτανε αρραβωνιασμένος με μια Πατακοποΰλα. Η μητέρα της κοπελιάς με μοιρολόι υποσχότανε στο νεκρό πως δεν 0α παντρέψει με άλλο γαμπρό την κόρη της:
Μωρέ ‘σ’ απού κατέβηκες απού τον πάνω κόσμο
Πέρασε να ξεκουραστείς, θέλω να σε ρωτήξω.
είδες ανε γ-κρατείουρανός κι α(ν) στέκει ο πάνω κόσμος;
κι ανέ βαφτίζουνε παιδιά, κι αχτίζου μοναστήρια
κι ανε γ-ξαναπαντρεύουνται παλληκαριώ οι γυναίκες
Σχετικό είναι το παρακάτω τραγούδι με το “χατήρι” που κρατούνε οι χήρες στους πεθαμένους άντρες τους.
Μάνα κι αν έρθου φίλοι μας κι αν έρθου οι γι- εδικοίμας
Μην τωνε πεις πως πόθανα να τσοι βαροκαρδίσεις
Στρώσε των τάβλα να γευτού και κλίνη να πλαγιάσου
Στρώσε των παραπέζουλα να βάλουν τ’αρματά ν-των
Και το πρωίσα σηκωθού και σ’ αποχαιρετούνε πε τωνε πως επόθανα.
Η φιλοξενία ήτανε πιο σεβαστή παλιότερα από ότι είναι σήμερα:
Ανάθεμα απού ζήλεψε σ’αμπέλια, σε περβόλια
Εγώ ζηλεύω στσ’ εδικούς όντε μονομεριούνε
Προπάντω νά ‘νιε κι αδερφοί γή να ‘ν’ πρωτοξαδέρφοι
Γή νά ‘ναι μπάρμπας κι ανηψιός.
Σήμερο οι πιο πολλοί λένε “άμα φύγω εγώ ας μην ξαναβγεί ο ήλιος”, όμως τότε και μετά τον θάνατο είχε σε υπόληψη τη φιλοξενία ο ετοιμοθάνατος.
Τον αντρειωμένο μην τον κλαίς όσο κι αν αστοχήσει
Μ’ αν αστοχήσει μια και δυο, πάντα αντρειωμένος είναι.
Πάντα είνιε οι πόρτες τ’ ανοιχτές κ’ οι τάβλες του στρωμένες
και μπαινοβγαίνου οι φίλοι ν-του.
Πάντα η συνοχή αξίζει στο συγγενολόι, όμως παλιότερα ήτανε τέτοιος ο τρόπος της ζωής που όλοι είχανε ανάγκη τη “συνοχή.
Των αντρειωμένω τ’ άρματα δεν πρέπει να πουλιούνται
μα πρέπει να γυαλίζουνται στον τοίχο να κρεμούνται
Να τα Οωρούνε οι γι- άλλοι νιοί να τ’ αποκαμαρώνου
και να τωνε θυμίζουνται.
Αυτό το τραγούδι μας λέει ότι όφα ει’ναι κάνεις δυνατός και θαρραλέος δεν λυγίζει στις δυσκολείες της ζωής.
Μυρίζουν οι βασιλικοί, μυρίζουν κ’ οι βασάρμοι
Μα όσο μυρίζει οι φρόνιμος βασάρμοι δε μυρίζου
Βασάρμοι γη βασιλικοίμουδέ γαρεφαλλάκια
Μυρίζει εκειά απού κάθεται, μυρίζει εκειά απού στέκει
Μυρίζει εκειά απου προπατεί.
Όταν πεθαίνουνε τα παλληκάρια δεν πεθαίνει και το όνομά τους.
Άλλο πράμα δε ρέγομαι εις τον απάνω κόσμο
σαν τ’ άλογο όντε μ-προπατεί, το κάτεργο όντεν τρέχει
και σαν τον άντρα απου κρατείψηλά την κεφαλή ν-του
και μπροαβολές δε δέχεται, μουδ’ αδικίες δεν κάνει.
Ανεκτίμητες είναι οι ηθικές αξίες, μας λέει το τραγουδάκι αυτό.
Πέρα στην πέρα γειτονιά, πέρα στην πέρα ρούγα
κοιλιοπονού δυο λυγερές, μια πλούσια και μια φτώχια.
Στση πλούσιας μπαινοβγαίνανε εκατό δυο μαρίδες
μα στση καημένης τση φτώχιάς η Παναγιά κι ο γιός τση
Γεννά η πλούσια κι έκαμε ύφη φαρμακωμένο
Γεννά κ’ η φτώχια κι έκαμε παιδίκαμαρωμένο
Παίρνουν τση φτώχιας το παιδί και πάνε ν-το τση πλούσιας
Μα το παιδίν εμίλησε πάνω στσι τρεις ημέρες
“Αμέτε με στση μάνας μου να με γλυκοβυζάξη”.
Και αυτό εννοεί ηθικές αξίες.
Καφτηριάζεται η αδικία.
απού συναπαντήσανε εις τα σκαλιά του Νάδη.
“Πλούσιε και πού ν’τα πλούτη σου και πού ‘νιε τα καλά σου;
και πού ’νιε τα παλάθια σου;”
Ακούστε μια συζήτηση ενιούς φτωχού με πλούσιο
Τούτες οι μέρες το καλιού, τούτες οι γι-εβδομάδες
κι αττού ‘χει φίλο τον καλεί, δικό τον -περιμένει
Κι απού χει αγάπη αλάργο ν-τοο κάνει γραφεί και μπέμπει
και γράφει λόγια τση καρδιάς.
Ματαιότητες, ματαιοτήτων.
Αφήστε τσι τσ’ αθιβολές και τα ροζοναμέντα
κι ελάστε σα γ-κι εαμείξαμε να φάμε και να πιούμε
και να χαροκοπήσομε τσι μέρες απού ζιούμε
Πρι νά ‘ρΟει ο Χάρος να μας βρει να μασε διαγουμίσει.
Το τραγούδι αυτό εσυνηθίζετο σε γλέντια που εγίνονταν σε χρονιάρες μέρες.
Κάποιες τρορές, σε ανάπαυλα του τραγουδιού στελιώνεται συζήτηση. Κάποιος όμως από την παρε’α, με το τραγουδάκι αυτό “τους επαναφε’ρει στην τάξη”.