Όχι μόνο που δεν ήτανε τότε πλυντήρια, μα ούτε νερά δεν ήτανε πάντα. Άμα ήτανε μακριά το νερό, ε-
φόρτωνε η γυναίκα το πρωί στο γάιδαρο τα ρούχα, τα ξύλα, το μπουγαδοκόφινο, το τσικάλι για να ζεσταίνει το νερό, το σαπούνι που η ίδια είχε φτιάξει, στάχτη για να τα “λευκάνει” και βέβαια το “πλυστροπίνακο” 164 (τη σκάφη του πλυσίματος) και άμα ήτανε πολλή δουλειά, έπαιρνε και το φαΐ της.
