Το ξυλίκι το παίζουνε δυο παιδιά. Καθένα τους έχει ένα ραβδάκι, περίπου ένα μέτρο. Ένα άλλο ξυλάκι περίπου 30 εκ. το βάζανε πάνω σε δυο πέτρες που τις βάζανε κοντά μεταξύ τους. “Εντουκέρνανε” ποιο θα παίξει πρώτα. Σε ένα κύκλο, πετούσανε τα ραβδάκια τους από ορισμένη απόσταση και κέρδιζε όποιο παιδί πήγαινε πιο κοντά το […]
Author Archives: admin
Δεν ήτο αναβατόριο, δεν ήτο μπετονιέρα, λίγα τσιμέντα εβάζαμε μα θέλαμε μια μέρα. Μπορεί να εδουλεύαμε πενήντα τσουβαλάκια, μα επιστρατευότανε όλα τα χωριανάκια.
Έριχνε άγκυρα και οι φορτοεκφορτωτές με βάρκες μεταφέρανε τα εφόδια από και προς την ξη-ρά. Μα ούτε η βάρκα δεν μπορούσε να πλευρίσει σε πολλά λιμανάκια και οι άνθρωποι εβγάζανε τα στιβάνια τους και μπαίνανε στο νερό για να φτάσουνε στη βάρκα, με τα σακιά στην πλάτη.
Ο σαμαράς είχε μια ειδική καρέκλα, που αντί για μπροστινά πόδια είχε ένα κομμάτι κορμού δέντρουκαι απάνω εκεί πελεκούσε τα διάφορα κομμάτια του σαμαριού. Τότε δεν είχε τόρνο. Όλα με το σκεπάρνι και τη σμίλα γινόταν.
Ο γυρολόγος μανάβης εγύριζε στα χωριά με φορτωμένα στο γαϊδουράκι του τα κοφίνα, γεμάτα περ-βολικά ή φρούτα και κρατώντας το καντάρι του, που μπορούσε να είναι με τσιγέλια ή “φούχτη” (ένα είδος λεκάνης που μέσα έβαζε ότι εζύγιαζε) ή ακόμα μπορούσε να είναι κανταράκι με ελατήριο και γυρίζοντας από χωριό σε χωριό, διαλαλούσε την πραμάτεια […]
Η μελισσοκομία είναι μια ωραία και επικερδής απασχόληση. Η μέλισσα έχει άριστη οργάνωση στην κυ-ψέλη της και σύστημα στην κατανομή της εργασίας. Μόλις βγούνε οι νεαρές μέλισσες από τα κελιά τους, ασχολούνται με την περιποίηση των προνυμφών, μετά ασχολούνται με την καθαριότητα της κυψέλης και στη συνέχεια βγαίνουνε έξω για να μαζέψουνε νέκταρ και γύρη. […]
Ο κοφινάς για πρώτη ύλη είχε βέργες από λυγαριά ή άλλα κλαδιά και βέργες από σκισμένα καλάμια. Τότε που δεν ήτανε πλαστικά δοχεία και δεν αντιμετωπίζονταν πολλές ανάγκες με μηχανήματα και με κομπιά, ο κοφινάς ήτανε πολύ χρήσιμος και έφτιαχνε πολλά με τις βέργες του.
Ένα-ένα μαζεύαμε εμείς τον λιόκαρπο, από χάμω, από πάνω ή από τη “σκάμνα”. Δεν αφήναμε να χαθεί ούτε μια ελίτσα. Τους θάμνους εγυρίζαμε που ήταν κοντά στην ελιά, μήπως μας κρύβεται εκεί καμιά ελίτσα. Λίαν πρωί βρισκόμαστε οικογενειακώς στην ελιά.
Ενώ στα άλλα βάσανα πηγαίναμε αξημέρωτα, στο αλώνισμα πηγαίναμε μόνο άμα “εσήκωνε η μέρα”,γιατί τα στάχυα “αναπαλιάζανε” τη νύχτα και δεν κόβονταν αν αρχίζαμε πρωί. Πάντως πηγαίναμε όλοι στο αλώνι. Πολλοί είχανε “βολόσυρους”.









